fghnwsaeustgrnw
Πέμπτη 24 Απριλίου 2025
Πέμπτη 13 Ιουνίου 2024
Σάββατο 8 Ιουνίου 2024
"Στολίζοντας τον Επιτάφιο"
Ελλάδα Μάνη 1939 - 1949
Ο έρωτας, ο μάγος, ο ταμαχιάρης, ο άραχνος, ο αρούκατος, ο αχάραγος, ο μέγας, που το βάζει στα πόδια μόλις εμφανιστεί ο Μακρύνας. Η αγέλη, που επιμένει να περπατά στα τέσσερα, χορτάτη, με το δικό της Θεό και τον Πλανήτη αντάμα, να φτιάχνει Μαγιάτικο στεφάνι, από αγκύλες, τρώγοντας τα ροδοπέταλα.
«Όλα, λέγανε, ξεκίνησαν από το λάδι. Υπερβολές, λόγια του χωριού. Εγώ που σώθηκα και ήμουν και από τους κλέφτες, τα έζησα αλλιώς. Όχι πως τα ξέρω ακριβώς πως έγιναν, αλλά και πριν την κλεψιά, κλέφτες είμαστε και σε καμιά ευκαιρία σκοτώναμε και κανέναν. Εγώ παντρεύτηκα αυτή που αγαπούσα, αλλά δεν με αγαπούσε. Δηλαδή σαν να την έκλεψα. Και επειδή έκλεψα λάδι και τη γυναίκα μου, πρέπει να χάσω το γιό μου, την κορόνα μου; Ούτε ο Θεός δεν το θέλει. Ποιος Θεός; Αυτός ο ένας, ο πως τον λένε, που και να μην τον πιστεύουμε χεζόμαστε επάνω μας. Εντάξει μετανιώνω, με βοηθά που είμαι και αριστερός».
«Ου
να χαθείς τρομάρα σου, κάνεις και τον αριστερό, τοκογλύφε».
«Και
τι να κάνω αφού είμαι γουρουνάς, να μαζεύω σκουπίδια; Άσε που σας είχα στα
χάκια».
«Γίνανε
οι άνθρωποι κακοί Στέλιο, φτώχεια, πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος. Λείπεις και
καιρό.
Το
χωριό μας γέμισε μαστάκους, φάγανε και τον πλάτανο. Ξεκίνα από αρχάς, πάρε τον
σίγκλο ή πη».
«Τι
μου λες ρε γέροντα. Αυτό το χωριό μόνο το όνομα, Καλλίστη, είχε. Τι μαστάκους
και σίγκλο μου τσαμπουνάς. Εγώ είμαι του γουρουνά ο γιός, μου σκοτώσατε το γιο,
κάψατε τη γυναίκα μου και το σπίτι μου, μου κλέψατε τις λίρες μου, με είπατε
δολοφόνο, με στείλατε στο βουνό, η κόρη μου ερωτεύτηκε και γκρεμίστηκε και
εσείς είσαστε όλο υπονοούμενα. Θα σας κάψω ζωντανούς ρε…»
Η
Μαρία, δόθηκε στο Στέλιο, λόγω χρεών και ο Στέλιος την πήρε από πίκα, καταξίωση
και κρυφό έρωτα. Θα μπορούσαν να ευτυχήσουν, με τα δυο αγγελούδια που έκαναν.
Μέσα στην Καλλίστη; Όχι. Ήταν καταδικασμένοι να σπρώχνουν μαζί την πέτρα του
Σίσυφου
Ήρθε
και ο πόλεμος του ’40 και ήρθαν τα πάνω κάτω. Όσοι αγαπούσαν και δεν το έλεγαν
την βγάλαν καθαρή. Για τους άλλους θα δούμε.
Από λάθος σκοτώνετε το ένα αγγελούδι; Όχι, εσκεμμένα Και μένει το άλλο μόνο, πληγωμένο, αλλάζει όνομα για να ερωτευτεί και από Τασούλα γίνεται Ιφιγένεια. Βάζει και ένα τσιτάκι πάνω της και ονειρεύεται να συγκριθεί με την Αμερικάνα. Μάταια.
Αχ Παναγιά μου ποιον και ποια να φροντίσεις, μέσα στον
εμφύλιο, που έφυγαν και πήγαν στον διάολο όλα τα ροδοπέταλο και γέμισε ο τόπος
αγκάθια και όλη τη Μεγάλη βδομάδα έσταζαν αίμα και οι κόρες έφτιαχναν στεφάνι.
Και στα βουνά τα ίδια και στην Αθήνα χειρότερα. Μάταια
η Ράνια φεγγοβολούσε ομορφιά και
κληρονομιά. Ο έρωτας έχει δικούς του νόμους μα πάνω από όλα δεν ξεχνά και που
να πρωτοπάει. Η Ράνια ήθελε να πάει στο Παρίσι. Η Μαρία με καμένο πρόσωπο,
έσπασε τους καθρέπτες, η Τασούλα άκουγε για τον Μακρύνα αλλά δεν τον είχε δει,
η Κυράννα η γλυκιά Αμερικανούλα από τη Βοστώνη ανέβηκε στο βουνό ξυπόλυτη, να
κάνει την αντάρτισσα, και οι άντρες της Ελλάδας που ποτέ δεν πεθαίνει,
συνεχίζουν να σκοτώνουν τα παιδιά τους μαρμαρόνοντας τα από νιούς, φαντάρους,
αντάρτες, ήρωες και χαμένα κορμιά, αναβάσταγοι στην αράδα.
Και όλοι οι Έλληνες μαζί, στόλισαν έναν Επιτάφιο από
αγκάθια, έβαλαν αντί για του Χριστού το πτώμα μια πέτρα και ακολουθούσαν τα
σφυρίγματα του Σίσυφου, του φίλου του Κύκλωπα με το ένα μάτι, το αποκρουστικό.
"Της σποράς της μαύρης"
Το 1ο βιβλίο (1ο της τετραλογίας) "Της σποράς της μαύρης όργωμα"
(1842 – 1891 Κυνουρία – Σπάρτη – Καλαμάτα – Πορταλιάνοι – Πάραθος Μεσσηνίας) Εκδόσεις ΑλΔε
.jpg)

.jpg)
